Ἀδελφοί μου,
Μιά
χαρά ἀνείπωτη πού πλημμυρίζει τίς καρδιές ὅλων μας ζοῦμε τή μεγαλειώδη
αὐτή ἀναστάσιμη ὥρα. Ὑποκινεῖται ἡ καρδιά μας νά σκιρτήσῃ ἀπό χαρά καί
τό στόμα μας νά ἀναφωνήσῃ τόν ἀναστάσιμο παιᾶνα, «Χριστός Ἀνέστη».
Φθάσαμε σ’ αὐτή λοιπόν τήν ὥρα τῆς ὑπερτάτης χαρᾶς μετά ἀπό τή βίωσι
τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου μας. Ζήσαμε τή χαρμολύπη τῆς Σαρακοστῆς, τήν
κατήφεια τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου, τόν πόνο τοῦ Σταυροῦ. Εἴδαμε τόν Κύριό
μας χωρίς χαρά, χωρίς ὡραιότητα, χωρίς τιμή καί δόξα, χωρίς ζωή. Τόν
εἴδαμε μαζί μέ τόν Προφήτη καί ὁμολογοῦμε ὅτι δέν εἶχε «εἶδος καί κάλλος
καί τό εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον». «Συνετάφημεν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς
τόν θάνατον» (Ρωμ. 5.4). Ἐκοινωνήσαμε «τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι»,
ἐκλαύσαμε, ἐθρηνήσαμε γιά τήν χαρά πού ἐχάσαμε, γιά τήν ὡραιότητα πού
ἐμαράθηκε, γιά τήν περιφρόνησι καί τήν ἀτιμία, πρό πάντων γιά τόν θάνατο
τόν ἐπονείδιστο καί φοβερό. Καί ἰδού ἀπόψε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ἐγερθείς
ἐκ νεκρῶν, μᾶς καλεῖ «ἐν καινότητι ζωῆς νά περιπατήσωμεν». (Ρωμ. 5 4)
«ἆσμα καινόν» μᾶς καλεῖ νά ψάλλουμε ὁ Δαβίδ, κι ἐμεῖς ψάλλουμε «Χριστός
Ἀνέστη». Ἐλᾶτε ἀπόψε νά χαροῦμε αὐτή














