
Γράφει ο Χρήστος
Κουτσογιαννόπουλος Ταξίαρχος (ε.α.) ΜΑ. Διεθνείς Σχέσεις, PhD. Επιχειρησιακή
Οργάνωση
Από τις αρχές της
δεκαετίας του 1980 η Συρία επιδίωκε να αποκτήσει ένα οπλοστάσιο χημικών όπλων. Η συγκρουσιακή κατάσταση στη
περιοχή και κυρίως η Ισραηλινή απειλή συνέβαλαν στην ανάπτυξη του προγράμματος
χημικών όπλων από την Συρία. Σήμερα εκτιμάται ότι διαθέτει ένα από τα πλέον
σημαντικά χημικά οπλοστάσια στην περιοχή της Μέσης Ανατολής όπως δήλωσε σε
συνέντευξη του το 2012 ο υπαρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου Yair Nave. Σύμφωνα με πληροφορίες του Jane’s
Defense, εικάζεται ότι το Ιράν πρόσφερε την τεχνογνωσία για την ανάπτυξη και
την παραγωγή πρόδρομων ουσιών, που σχετίζονται με τα χημικά όπλα. Σύμφωνα με
Ισραηλινές πηγές ο Άσαντ έχει συγκεντρώσει το σύνολο των χημικών του όπλων σε
τρεις εγκαταστάσεις. Στην έδρα της 155ης Ταξιαρχίας στο όρος Kalmun νότια της Δαμασκού, στο Dummar βόρεια της Δαμασκού και
στην περιοχή Al-Safira δυτικά από το Χαλέπι όπου ευρίσκεται και βάση των πύραυλων Scud. Οποιαδήποτε στοχοποίηση και
προσβολή με πυραύλους Tomahawk είναι δυνατόν να προκαλέσει μόλυνση του
περιβάλλοντος λόγω απελευθέρωσης των χημικών παραγόντων σε απροσδιόριστη ακτίνα
από τις χημικές εγκαταστάσεις
Η αμερικανική πολεμική
αεροπορία εδώ και χρόνια αναπτύσσει εξειδικευμένο πρόγραμμα με
«αντιχημικά-αντιβιολογικα» όπλα (Agent Defeat Weapons), τα οποία









